διολλυμι

διολλυμι
    διόλλυμι
    δι-όλλῡμι
    (fut. διολέσω - атт. διολῶ, aor. διώλεσα, pf. διολώλεκα)
    1) губить, уничтожать
    

(τινά Soph.; τι Plat.; τινὰ διολλύμενον σῶσαι Plut.)

    ὑπὸ λιμοῦ δ. τινά Plut. — уморить кого-л. голодом;
    med.-pass. (pf. διόλωλα) — гибнуть, пропадать (οἶκος ἐμὸς διόλωλε Hom.; γομφοδέτῳ δόρει Aesch.; ἀνδρὸς ἔκ τινος Soph.):
    διόλλυνται τὸν κίνδυνον ὑφορώμενοι Thuc. — они до смерти боятся предстоящей опасности

    2) совращать, осквернять
    

(δάμαρτά τινος κρυπταῖσιν εὐναῖς Eur.)

    3) забывать
    

ταῦτα καλῶς ἐγὼ εἰδὼς διώλεσα Soph. — я отлично знал это, но забыл


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "διολλυμι" в других словарях:

  • διόλλυμι — και διολλύω (Α) [όλλυμι] 1. καταστρέφω εντελώς, αφανίζω 2. εξαλείφω, σβήνω από το μυαλό, λησμονώ …   Dictionary of Greek

  • διολέσει — διόλλυμι destroy utterly aor subj act 3rd sg (epic) διόλλυμι destroy utterly fut ind mid 2nd sg διόλλυμι destroy utterly fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διολέσω — διόλλυμι destroy utterly aor subj act 1st sg διόλλυμι destroy utterly fut ind act 1st sg διόλλυμι destroy utterly aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διολέσῃ — διόλλυμι destroy utterly aor subj mid 2nd sg διόλλυμι destroy utterly aor subj act 3rd sg διόλλυμι destroy utterly fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διολλυμένων — διόλλυμι destroy utterly pres part mp fem gen pl διόλλυμι destroy utterly pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διολλύει — διόλλυμι destroy utterly pres ind mp 2nd sg διόλλυμι destroy utterly pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διολλύμενον — διόλλυμι destroy utterly pres part mp masc acc sg διόλλυμι destroy utterly pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διολλύμεσθα — διόλλυμι destroy utterly pres ind mp 1st pl διόλλυμι destroy utterly imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διολλύντα — διόλλυμι destroy utterly pres part act neut nom/voc/acc pl διόλλυμι destroy utterly pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διολλύντων — διόλλυμι destroy utterly pres part act masc/neut gen pl διόλλυμι destroy utterly pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διολλύον — διόλλυμι destroy utterly pres part act masc voc sg διόλλυμι destroy utterly pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»